Τίνι – εσύ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin

τίνι = εσύ    – (πρβλ.  ,,τύνη’’   στην δωρ. διάλεκτο ,, εσύ’’  βλέπε και

« δωρ. τίν, ὁμηρ. τεΐν (*τεFιν), ὡσ. τεῖ   και  τίνη», περισ. Βλ. στο Ετυμ. Λεξ.

——————–

τίνι, ή  τύνη, ή  τίνη  = εσύ.  (για την ετυμολογία βλέπε  τι αναφέρετε στο Λεξικό  της Αρχαίας Ελληνικής γλώσσας ) 

ΣΥ’,  δωρ. ΤΥ’,  προσωπ.  ἀντών. β’ προσ.. ὡς και  νῦν,   σύ, «ἐσύ» || ἐπ. ὀνομ. τύνη·  γεν. σου δοτ. σοί,    αἰτ. σε (ἐγκλιτ. σουσοισε) ὑπάρχουσιν  ἐπίσης  ἐπ. τύποι : γεν. σεῦ,   σέοσεῖοσέθεν  (ἐγκλιτ. σεῦσέο·  δωρ. τεῦ, σπαν. τέο,  ἐκτετ. τεοῦ  και  τεοῖο. αἰολ. Και δωρ. τεῦς  καί τεοῦ  (ὡσ. και  τίω, τίως, τίος, κρητ. τέορ, ἐγκλιτ. τεος), – ἰων. καί ἐπ. δοτ. τοί.    ἰωρ. τεΐν  καί  τίν.  – δωρ. αἰτ. τέ.  ἐγκλιτ τύ. -δυϊκ. ὀνομ., αἰτ. σφώισφώγεν., δοτ. σφώινσφὡν. – πληθ. ὑμεῖς αἰολ. καί ἐπ. ὒμμες δωρ. ὑμές βοιωτ. οὐμές, ἀσυναίρ.    ἰων. ὑμέεςὑμών (καί  ὑμέων, ὑμείων,   αἰολ. ὑμμέων,   βοιωτ. οὐμίων), ὑμίν,  ὑμῖν (ὡσ.  ὓμινὗμιν, αἰολ. ὒμμι και ὒμμιν)ὑμᾶς, ἐπ. ὓμεας,  αἰολ. καί   ἐπ. ὒμμε,  δωρ. ὑμέ.

Ἐτυμ.: σύ  (μετά σ- προερχομένου ἐκ τῶν πλαγίων πτώσεων, ὃπου  σ– (tv-),   δωρ. τύ   (βοιωτ. τούν  μετά ου=ū)’ ὁμηρ. τῡνη, λακ. τούνη, κατά τά ἐγών, ἐγώνη‘ ἐξ ἰαπ. *tu, tū  ἐν τῷ  Ζενδ.  (καί ἐκ παραλλ., μετά τήν ἀρειανήν περίοδον *tuv-άm ἐν τῷ σανσκρ. t(u)vάm < Ζενδ. tūm, παλ-περσ. tuvam), ἀρμ. du, άλβ. ti (*), λατ. ,  ἱρλ. tu-ssu, tusso  καί  (ἰαπ. * ἡ *tu), γοτθ. þu,  παλ-γερμ. dū du,  παλ-σαξ. thū.  παλ-norr. þύ, þu, þo, λιθ. (ἰαπ. * ἡ *tu), παλ-πρωσσ. tou ou=ū), παλ-σλαιι. ty. – αἰτ. σε (*τFέ), δωρ. τε (ἰαπ. *te),  καί τύ (ὀνομ. ἐπέχουσα θέσις αἰτ.).  τό βοιωτ. τίν  δέν  ἐρμηνεύεται ἰκανοποιητικῶς. -ὁμηρ. γεν. σεῖο (*τFεῖοσέο, σεῦ,    ἀττ. σοῦ,   δωρ. τέο, τεῦ, τίω, τέος πρβλ. Ἡσυχ  *τέορ.  σοῦ. Κρῆτες» , τεῦς, τίως. – δοτ. σoί  ( τFoι = σανσκρ. tvē‘), δωρ. τοί, καί ἐγκλιτ. τοί (> ἀττ. το = βεβαίως) = σανσκρ. .  δωρ. τίν, ὁμηρ. τεΐν (*τεFιν), ὡσ. τεῖ   και  τίνη– κτητ. ἐπίθ. σός,   λεσβ., δωρ. τεός,    βοιωτ.  τιός *tvo-s, *tevo-s : σανσκρ. tvά-h,   ἀλβ.  ü-t, αἰτ.  ten-t,  λατ. tovos  (=τεός), tuo,  ὀσκ. tuvai (=λατ. tuae) ὀμβρ. touer, tuer (=λατ. tui), tuua, tua (=λατ. tua),  λιθ. tvas (=σός).
(ΛΑΕΓ-Ιωάν. Στ.)

Λέξεις με το γράμμα