Φούμου – καπνός

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin

Φούμου  = καπνός 

Φούμου = ο καπνός

 

Από την λέξη:  « καύσιν -> καυνάς –> καπνός (υ: φ –> π,  α = ο ) 

                                                        (καπνός->καπνόσο->καπνίσω)

 

Και στο Ιδίωμα των Αρειμενίω Βλάχων), η λέξη –Φούμου = καπνός,

είναι  από την λέξη:

Θυμίαμα->Φυμίαμα->Φουμίαμα-> Φούμα/Φούμο (πρβλ. Φουμάρω) 

 

Δες και αναφέρει το  Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας ,,Liddell&Scott:

 

θυμίᾰμα, Ἰων. –ημα, τό, τό χρησιμεῦον πρός θυμίασιν, θυμίαμα, Ἡρόδ. 1. 198, Ἂμφις ἐν Ὀδ. 1. 5, κτλ.· τό πλεῖστον κατά πληθ., εὐώδεις ὗλαι, ἀρώματα πρός καῦσιν κάπνισμα, Ἡρόδ. 2. 130, 7. 54, Σοφ. Οἰδ. Τύρ. 4, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1716, Πλάτ., κτλ.· πρβλ. θυμιάω. 2. τό χρησιμεῦον πρός ταρίχευσιν ἂρωμα,  Ἡρόδ. 2. 86, 4. 71.

 

θῡμίᾱσις, εως, ἡ, τό θυμίασμα, Διοσκ. 1. 129. ΙΙ ἀναθυμίασις, ἐξάτμισις, Ἀριστ. Μετέωρ. 4. 9. 26.

θῡμιᾱτέον  ῥημ. ἐπιθ. τοῦ θυμιάω, δεῖ θυμιάν, Γεωπ. 6. 10.

 

θυμιάω, Ἰων. ἀόρ. ἐθυμίησα, Ἡρόδ. – Μέσ., Ἱων. μέλλ. -ήσομαι Ἱππ. 646. 2: ἀόρ. ἐθυμιησάμην  ὁ αὐτ. 565.40, 657.20.- Παθ., μέλλ. -ᾱθήσομαι Διοσκ. 1.83: ἀόρ.  ἐθυμιάθην αὐτόθι 82· (θῦμα, θύω). Καίω οὓτως ὥστε νά παραγάγω καπνόν,  θ.  τήν στύρακα Ήρόδ. 3.107- θ. λήδανον, λιβανωτόν, καίω αὐτά ὡς θυμίαμα  ἤ ὡς προσφοράν θυμιάματος, ὁ αὐτ. 3. 112, 6. 97- θυμιάματα ό αύτ. 8. 99″ λιβάνου δάκρυα Πίνδ. Ἀποσπ. 87. 2: -ἀπολ., καίω θυμίαμα, «θυμιάζω», Ἐρμιππ. ἐν Ἀρτ. 1·  ερεύς θυμιάτω  Συλλ.  Ἐπιγρ. (προσθῆκαι) 3641b. 19· τινί, εἰς τιμήν τίνος, Άθήν. 289F· καί (ἐν τῷ μέσῷ τύπῷ) Αίλ. Π. Ίστ. 12. 51.- Παθ., καίομαι, τό σπέρμα τῆς καννάβιος θυμιῆται (Ἰων. ἀντίᾶται) Ἡρόδ. 4. 76· λίβος… τεθυμιαμένος Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 538· θυμιώμενα καιόμενα, Πλάτ. έν Τιμ. 66D· ὡς καπνός παρέρχομαι, ἐξατμίζομαι, Ἀριστ. Μετεωρ. 4. 9, 28. 2. καπνίζω, διά καπνοῦ καθαρίζω, ἐν τῷ Μέσῳ τύπῳ, Ἱππ. ἐνθ’ ἀνωτ. – Παθ., θυμιώμεναι μέλισσαι Ἀριστ. Ἰστ. Ζῴων 9. 40, 4. II. ἀμετάβ., καπνίζω, ἐκβάλλω καπνόν, ἂνθρακες θυμιῶντες  Θεόφρ. π. Πυρός 75.

(ΛΕΓ-Li.&Sc.)

Λέξεις με το γράμμα