Ώου/’Ōου = αυγό (ωόν)

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin

Ώου/’Ōου                  = αυγό (ωόν)

ΏΟΥ/’ŌΟΥ                 = το αυγό

Ώϊ/’Ōϊ                          =  αυγά

Ώϊ’λι/’Ōϊ’λι                 = τα αυγά

αλ  Ώιλου/αλ ’Ōϊλου= των αυγών

 

Η λέξη  « Ώου/Ōου »  στο ιδίωμα των Αρειμενίων Κεφαλοβρύσου, προφέρεται  όπως το γράφουμε, (στο ουσ. Ώου/’Ōου, το «ου» σχεδόν δεν προφέρεται), και δεν προέρχεται από την λατ. λέξη «ovum». Διαβάζοντας στα παρακάτω Λεξικά της Ελληνικής γλώσσας, στο λήμμα «ὠόν, ὠά», δεν μένουν περιθώρια παρερμηνείας, ότι δεν είναι Ελληνικό ιδίωμα η «γλώσσα» των Αρειμενίων (Βλάχων), με δική της ιδιωματική απευθείας από την Ελληνική Γλώσσα.

 

ὨΟ’Ν, το ὡς και νῦν, ᾠόν, «αὐγό», λατ. OVUM.

Ἐτυμ.: ᾠόν, (ἰαπ. *ōvjom), ἑλληνιστ. ὠόν, αἰολ. ὢϊον, δωρ., ὢεον,  πρβλ. Ἡσύχ. «ὢβεα» (τ. ἔ. ὢFεα ) . τά   ὠά. Ἀργεῖοι».  λατ. ōvom,  παλ. γερ. ei, ἀγγλ-σαξ. oéz,  παλ.norr. egg,  γοτθ. ada, (d = γοτθ.  ddj ),  ἅτινα  ἀποκαλύππτουν  germ. θεμ.  *ajjaz-, *ajjiz-, συγγ. τῷ  παλ. σλαυ. *(j)aje, ἑξ οὗ ajῐce (ᾠόν). πρβλ.  ὡσ, νέο περσ. χāya (ᾠόν). πιθ. συγγ. τῷ λατ. avis, σανσκρ. vlh, vē’h,  Ζενδ.  vi- (πτηνόν), ō’ v(j)o-m, <ἰαπ. *ovi-s  (πτηνόν).              (ΛΑΕΓ-Ιωαν. Στ.)

**********

ᾠόν, τό, ἀρχαῖοι  ποιητ. τύποι: ὢεον, ὢιον, ἴδε ὢεον (ἴδε ἐν τέλει)· – ὡs καί νῦν, ᾠόν, κοινῶς «αὐγόν», τά ᾠά χηνέων οὐ πολλῷ μείζονα τίκτει [ό κροκόδειλος] Ήρόδ. 2. 68, πρβλ. 73· ᾠά λευκά γε και μεγάλα. Χήνει’ εστί,  ὥς γ’ ἐμοί  δοκεῖ Έριφος ἐν «Μελιβοίᾳ» 2· καί παντός πτηνοῦ, Ἀριστ. περί τά Ζῷα Ἱστ. 6. 2 κέξ., κλπ.· ἀλλ’ ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἐπί τῆς ἀλεκτορίδος, Ἀριστοφ. Λυσ. 856, Ἀποσπ. 237, κλπ.· ᾠοῦ τό λευκόν ἤ, τό ὠχρον Ἀριστ. περί τά Ζῷα Ἱστ. 6.2, 1· τό πυρρόν ἤ. τό χρυσοῦν  Ἱππ. 663.20, Ἀθήν. 376D· ᾠά ἡμιπαγέα, οὐχί ἐντελῶς βεβρασμένα, «μελάτα», ἱππ. 405* ἐφθά, ὠμά Θεοφράστ. Ἀποσπ. 8. 2· – ᾠά τίκτειν Ἡρόδ. ἐνθ’ ἀνωτ., Ἀριστοφ. Ὂρν. 695· ἐκλέπειν, περιγλύφειν (ἲδε τάς λέξεις)·   ᾠόν  ῥοφεῖν Νικόμ. ἐν Ἀδήλ. 1·  καταπίνειν Ἀντιφάν. ἐν «Λεπτινίσκω» 1. 5·  ᾠά   κολάπτειν Ἀναξίλ. ἐν «Λυροποιῷ» 1. 4· – τά καλά  ᾠά  καλούνται γόνιμα, τέλεια, πλήρη., τά δ’ ἀντίθετα ἂγονα, ἀτελῆ, ὑπηνέμια, ἀνεμιαῖα, ξεφύρια (ἴδε τάς λέξεις)· – μεταφορ.,  ᾠόν  ἅπας γέγονεν, ἒγειρε φαλακρός ὡς   ᾠόν,   Ἀνθ. Π. 11. 398. 2. ἐπί τῶν   ᾠῶν  τῶν ἰχθύων, Ἡρόδ. 2. 93· τά  ᾠά  άφιάσι Ἀριστ. π. τά Ζῷα  Ἱστ. 6. 13, 9, πρβλ. 4. 1. 24· τῶν ὂφεων, αὐτόθι 5. 34, 1· τῶν χελωνῶν, αὐτόθι 5. 33, 2, κλπ. 3. ἐπί φυτῶν, τό σπέρμα, ὁ σπόρος, ὁ αὐτ. περί Ζῴων Γεν. 1. 23, 2· πρβλ. ᾠοτοκέω 2.4.  ᾠά  ὑέλινα τά ἰατρικά παρά  τῷ  Ἣρωνι (Ἀρχ. Μαθ. 147) εἶναι πιθαν. τά πρός ἀφαίμαξιν ἐν χρήσει ποτήρια ἢτοι σικύαι, «βεντοῦζαι»· ὡσαύτως, ποτήριον  ᾠοειδές,  Δείνων παρ’ Ἀθην. 503F.

[Ἐκ τοῦ τύπου  ὢιον  βεβαιοῦται ἡ ὀρθότης τῆς γραφῆς  ώόν,  – ὑποστηριζομένης καί ὑπό τῶν Ἀντιγράφων τοῦ Μεγ. Ἐτυμολ. 822, καί ὑπό τῆς ἀναλογίας πρός τάς λέξεις πτῷον,  ζῷον,  εἰ καί ἀντίκειται πρός τήν ἀναλογίαν τοῦ Λατ. ovum,  ἴδε κατωτ. – Κατ’ ἀρχάς θά ἦτο   ὠFόν,  ōvum  (ὁ Ἡσύχ. μνημονεύει τόν τύπον  ὢβεον  ὡς Ἀργεῖον)·  Ἀρχ. Γερμ. ei,  πληθ. elgir.   Ἀγγλο-Σαξον. aeg (egg),  πρβλ. καί τό νεώτερ. Έλλην. αὐγόν.    – Ὁ Benfey καί  ὁ Curt. δοξάζουσιν ὃτι ὁ πρῶτος τύπος ἦτο âvyam καί ὃτι παρήχθη ἐκ τοῦ vis, vayas Λατ. avis·  ἴδε ἐν λέξ. οἰωνός],

(ΛΕΓ- Lid.&Sc.)

Διαβάζοντας όμως το:

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ – ΤΗΣ ΚΟΥΤΣΟΒΛΑΧΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ –(ΥΠΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ – ΠΡΩΗΝ ΓΥΜΝΑΣΙΑΡΧΟΥ)

« όου, οὐσ. οὐδ.,    ο̯άά̂  πληθ.  ( Óu     ο̯áâ   = ᾠόν, κοιν. αὐγόν.  Ἐκ τοῦ λατ. οvum  Περί ἐξαιρέσεως τοῦ    v    ἲδε  αούᾰ,  ἰτ   uovo, ἱσπ. huevo,  πορτ. ovo, σαρδ. πρ. ou,  γ. oeuf,  αλβ. ve,  vo.  ῥ. ou.

όου  ουάι , -ατᾰ, -αρε  ῥ.  (όu,  uái ,  ată, are)= τίκτω ᾠόν.  Ἐκ τοῦ λατ. *οvo- are, φρ. οva,   πρ. πορτ. ovar,   ἱσπ. hueva, ῥ. ou.»

 

Διαπιστώνει κανείς ότι ο συγγραφέας φάσκει και αντιφάσκει, αφού παρακάτω κάνει σύγκριση,  πρβλ.  «εἰ καί ἀντίκειται πρός τήν ἀναλογίαν τοῦ Λατ. ovum,  ἴδε κατωτ. – Κατ’ ἀρχάς θά ἦτο   ὠFόν,  ōvum  (ὁ Ἡσύχ. μνημονεύει τόν τύπον  ὢβεον  ὡς Ἀργεῖον)·», δηλαδή μας φανερώνει ότι και η λατινική έχει παραλάβει την λέξη «ovum»  από την αρχαϊκή Ελληνική γλώσσα,

ὠFόν -> οFων -> ovum ( F=v, ω=u,  και το  νμ=m).

 

Κουτσοβλαχικής         Κεφαλόβρυσου 

 «όου, οὐσ. οὐδ., »     –     «ώου ου= ωό αυγό 

«ο̯άά̂  πληθ.       »      –    «ώϊ/όϊ = αυγά,  όϊ΄λι = τα αυγά»

Λέξεις με το γράμμα