Προελεγόμενα 2ος τόμος «Οι Έλληνες Αρειμένιοι (Βλάχοι) και η κρυμμένη αλήθεια»

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin

Ὁ  κ. Αριστέας Στέργιος Άρειμένιος Γραμμόζης καί στόν ἀνά χεῖρας δεύτερο τόμο τοῦ ἒργου του γιά τήν ἑλληνικότητα τοῦ βλάχικου ἰδιώματος, ψηλαφεῖ τίς ἀρχαιότατες ρίζες τῶν Ἑλλήνων Βλάχων ἢδη ἀπό τήν ἐποχή τῶν Πελασγῶν, προγόνων τῶν Ἑλλήνων, πού εἶχαν ἰδρύσει τό ἒδρανό τους στή Δωδώνη καί τό βασίλειο τῆς Πελασγιώτιδος στήν Θεσσαλία καί τό βασίλειο τοῦ παλαίχθονος Πελασγοῦ μεταξύ Ὀλύμπου καί ποταμού Στρυμόνος.

Οἱ Πελασγοί ἂρα καί οἱ Ἀρειμέvιoι Ὁρεινοί Βρύγες καί οἱ  Ἓλληνες Μακεδόνες στήν ἀρχαία Ἢπειρο, στήν ἀρχαία Μακεδονία καί Θράκη ἢταν τό περιβάλλον στό ὀποῖο ἀναπτύχθηκαν καί οἱ Ἓλληνες Βλάχοι ἀπό τήν (ἀπώτα­τη ἀρχαιότητα, τους Μακεδνούς ὠνόμασαν οἱ Δωριείς στην Πίνδο, ὂμοροι καί τῶν  Ἑλληνογενῶν Ἰλλυριῶν καί Θρακῶν καί ῶς ὁμόφυλοι καί αὐτόχθονες στήν Ἑλληνική Μητρόπολη.

Οἱ παραδόσεις ἂλλωστε τῶν Ἑλλήνων Βλάχων ἀνατρέχουν στόν Πελασγικό Δία Βελχανό.

Ἡ ἀρχαία ἑλληνική γραμματεία μαρτυρεί τούς Δάκες καί τούς Γέτες ὡς Θρακοπελασγούς καί ὁμογλώσσους καί ἂρα καί τήν δακορουμανική γλώσσα ὡς ἑλληνοπελασγικῆς διαλέκτου καταγωγῆς,  ὂπως καταδεικνύει καί ἡ ἑτυμολόγησή της ἀπό τήν ἑλληνοπελασγική πρόγονο γλῶσσα καί τις διαλέκτους της.

Ὁ συγγραφέας  άναφέρεται ἐκτενώς στά χαρακτηριστικά τῶν διαλέκτων  τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, δωρικά, αἰολικά, ἰωνικά πού διατηρούνται σαφῶς στίς ἀναλυόμενες λέξεις τοῦ  βλάχικου ἰδιώματος, πού τό καταδεικνύουν ὡς σαφὡς ἀρχιοπινῆ διάλεκτο τῆς ἑλληνικῆς ὡς ἡ ποντιακή καί ἡ τσακωνική, μέ σαφῆ, ἀρχαιοελληνικά βορειοελλαδικά καί δυτικοελλαδικά, δωρικά ἀλλά καί πελασγικά ἀρκαδικά διαλεκτικά χαρακτηριστικά τῆς ἀρχαιοτάτης ἑλληνικής, συγγενή καί τῶν ἀρχαίων διαλέκτων τῶν Ἑλλήνων τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἰλλυρίας καί τῆς Θράκης σέ ὃλη τήν ἒκτασή της, μέχρι ἀλλά καί πέραν τοῦ Δουνάβεως, στήν ἀρχαία Εὐρασία και Σκυθική.

Ἂλλως τε πιστοποιεῖται ἡ ἐπέκταση τῶν  Ἑλληνοπελασγῶν τῆς ἑλληνικῆς γλῶσσας καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί πρός βορράν τῆς Ἑλληνικῆς Μητροπόλεως στούς θυλάκους ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ στό Cucuteni τῆς Ρουμανίας, στό Tripolye τῆς Ουκρανίας καί στό Kurgan τῆς Κεντρικής Ἀσίας, πού παραπέμπουν καί ὡς ἀρχαιολογικά  εὐρήματα σέ προέλευση ἀπό τό Σέσκλο, τό Δίμηνι  καί τούς μινωικούς θολωτούς τάφους τῆς κοιτίδος τοῦ  Ἑλληνοπελασγικοῦ πολιτισμοῦ.

Ὁ συγγραφέας ἐντοπίζει ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῶν διαλέκτων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικής στό ὁμιλούμενο σήμερα βλάχικο ἰδίωμα γεγονός πού ἀποκαλύπτει τήν ἀκάματη  ἐνασχόλησή του μέ τήν Ἑλληνική γλῶσσα καί τίς διαλέκτους της, ὃπως π.χ.

– στήν ἀντωνυμία νι = (ή)μεῖς, τό δωρικό ν ἀντί τοῦ ὁμηρικού μ, μέ παράδειγμα : δωρικού νίν   ἒναντι ὁμηρικού μίν (= αυτόν).

– ἀποβολή, ὃπως στήν ἑλληνική, τού μή τονιζομένου ἀρκτικού φωνήεντος, μέ παράδειγμα τό ἐπίρρημα τού βλάχικου ἰδιώματος : νάμισα = ἀνάμεσα.

–  δωρικό   ι   ἀντί  ἀττικοῦ   ε  στην  βλάχικη  διάλεκτο πχ. νάμισα = ανάμεσα.

–  προφορά τοῦ  ω    ὡς   ου,   βλάχικο  άβντ‘ου = ἀκούω  πρβλ.  ἀττικό βούς / δωρικό βώς < βόFς

– προφορά  ο  ἀ  ου,  ὡς  στήν  ἀρχαία βοιωτική διάλεκτο: βοιωτικό  τούμα’  στόμα, π.χ. βλαχικό λάκου = ή λίμνη (σέ ἂσιγμο τύπο ὡς στήν ὁμηρική ἰωνική : ὁμηρ. Νεφεληγερέτα Ζεύς),

κ,  ἀντί  ἀττικοῦ  χ  ὡς  στό : μυκην.  Kuruso / ἀττικό  χρυσός,  πχ. βλαχικό  κόρου / ἀττ.  ὁ χορός

σσ  ἀντί  ἀττικού  πσ = ψ, βλαχικό  κόσσα = δρεπάνι  ἀντί  κόπσα  (ρήμα κόπτω), πρβλ.  ψ = ππ (διπλό χειλικό) καί ψ = πσ : μέλλον  κόπσω > κόψω, ὁπότε ἑναλλαγή π / σ   στήν ἀρχαία ἑλληνική, διατηρούμενη στήν βλάχικη.

– ἑτυμολόγηση ὂλων τῶν λέξεων τῆς βλαχικῆς ἀπό ἀντίστοιχες ρίζες τῆς ἀρχαίας ἑλληνικής στήν ἀντίστοιχη διαλεκτική τους μορφή πχ. βλαχικό μούρου = ὁ τοίχος ἀπό  την  ἑλληνική ρίζα  μερ/ μορ -> μέρμις,  μήρινθος,  βρόγχος (= ὁ περιβάλλων) καί βεβαίως ὂχι ἐκ τῆς λατινικῆς καί αὐτῆς διαλέκτου τῆς ἀρχαίας ἑλληνικής γλῶσσας – ὡς καί ἡ βλαχική, (τό τείχος ἀνήκει καί σέ φρούριο) ἐναλλαγή φ / μ.

– αιολική ἀντιμετάθεση στή βλαχική πχ. βλαχικό μα (αμ) / αν  μέ δωρικό ν ἀντί ὁμηρικού  μ  (ἀνωτέρω) πρβλ. και   μηνα = μήπως.

– μόριο βλαχικής σι / ἀττικόν (ι) να  μέ σ  ἀντί δωρ – ἀττ.  ν  πρβλ. πεντάκις  ἀντί δωρικού πεντάκιν.

– βλάχικο ρ ἀντί λ, π.χ.  γροῦσσα άντί γλῶσσά, πρβλ. ἦρθεν και ἦλθεν.

– βλαχικό  ἒστι  /ἀρχαίο ἀττικό  έστί,

– βλαχικό κάι / αἰολικό  κίς, κFίς,  δωρικό κάFις (ἂσιγμο),

– βλαχικό αρά = ἦτο,  μέ δωρικά  α, δ, ρ  ἀντί  ἀττικῶν – ἰωνικῶν η, ο, τ πρβλ. δωρ. παγά / ἀττ. πηγή, δωρικό / ἀττικό τέττορες / τέτταρες, ἠλειακό  οῦτο’ τοῦτο.

–  διατήρηση ἀρχαιοελληνικῶν διαλεκτικῶν προφορῶν τοῦ  F στöhν βλαχική ἑλληνική διάλεκτο: χίγιου = FυιFoς > υιός : προφορά  F ὡς χ καί γ πρβλ. ἑ λληνική ρίζα  σαλ- / Fα/λ- (= λαμπρός)  καί χαρά = Fαμά = λάμψη, γέλως, γαλανός < Fαλανός,

– αἰολικό φ ἀντί ἀττικοῦ θ στήν βλαχική π.χ. βλαχικό φιάτε = κόρη / ἀττικό θυγατέρα, πρβλ. αἰολικό φηρίον ἀττ. θηρίον, πρβλ. λατ. poela / ἀττ. παιδίσκη, παιδούλα σέ ἐναλλαγή  δ / λ   πχ. δάσιος / λάσιος,

–  τό βλαχικό θέμινε = θηλυκόν, θήλυ ἒχει διαλεκτικό ἀττικό  θ  ἀντί ἀντιστοίχου λατινικού φ: femia = θήλεια πού ἒχει αἰολικό  φ,  ἂρα καί ἡ βλαχική καί ἡ λατινική εἶναι ἀνεξάρτητες διάλεκτοι τῆς ἑλληνικής καί μάλιστα διαφορετικές μεταξύ τους, διαψεύδουσες τήν ἀντιεπιστημονική πρότα­ση περί λατινογενών γλωσσῶν (καί οἱ δύο εἶναι διάλεκτοι τῆς ἑλληνικῆς).

– αἰολικό   κ  ἀντί ἀττικοῦ  π,  στήν βλαχική πχ. νηίκου = νήπιο, πρβλ. αἰολικό  κοῖος / ἀττικό  ποῖος.

– δωρικό  ᾱ  ἀντί άττικοῦ  ω  στην  βλαχική, πρβλ. βλαχικό  χικάτου  = συκώτι(ον).

– προφορά τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ  F < σ  καί ὡς οὐρανικοῦ  χ  στήν βλαχική πχ. βλαχικό χυκάτου = ἣπαρ < Fήπαρ < σήπαρ = συκώτιον, μέ αἰολικό  κ  ἀντί  ἀττικοῦ  π, πρβλ. ὁμηρικό Ἀλύβη < Faλύβη, οί κάτοικοι Χάλυβες < Καλύβες < Σάλυβες έλληνική ρίζα  σαλ- / Fal– / χαλ- = τήκω πρβλ. Ἀλύβη = σιδήρου, γενέθλη / χάλυψ. Ἢδη προκύπτει τό λατινικό jecur ὡς διαλεκτικό παράγωγο τῆς ἑλληνοπελασγικῆς σαφῶς διαφορετικῆς διαλεκτικῆς συστάσεως, πχ. μέ αἰολικό  ε  ἀντί ἰωνικοῦ   η   ἡ άρκαδικοῦ   υ.    Συγχρόνως παρατηρούμε ὃτι στό βλαχικό διαλεκτικό παράγωγο τῆς ἑλληνοπελασγι­κῆς προγόνου γλῶσσας: χυκάτου  ἒχει διαλεκτικό δωρικό   χ  ἀντί τοῦ ρουμανικοῦ  ficat  μέ αἰολικό φ.

Τά ἀνωτέρω παραδείγματα εἰσάγουν στήν ἑτυμολόγηση τῆς λατινικῆς καί τῆς ρουμανικής άπ’ ευθείας από τις διαλέκτους της άρχαΐας έλληνικής καί τῆς καταδεικνύουν ὡς συγκεκριμένης δω­ρικής, αἰολικῆς ἡ ἀττικῆς τυπολογίας, ὁπότε καί ἡ διάλεκτος τῶν Ἑλλήνων Βλάχων ἐντάσσεται στίς ἑλληνοπελασγικές διαλέκτους, προγόνους τόσο τῆς λατινικῆς ὂσο καί τῆς ρουμανικῆς.

Τό ἀνωτέρω ἰστορικό καί γλωσσικό επιστημονικό συμπέρασμα άντικρούει ώς ψευδή τόν ισχυ­ρισμό περί δήθεν λατινογενέσεως τῆς διαλέκτου τῶν Ἑλλήνων Βλάχων,  που εἶναι διάλεκτος τῆς ἑλληνοπελασγικῆς ώς καί οἱ λοιπές διάλεκτοι καί οἱ Ἕλληνες γηγενείς κάτοικοι τῆς  Ἤπείρου, ἐπωνύμου τῆς ἀπογόνου τοῦ Κάδμου καί τῆς Ἀρμονίας, γεναρχῶν καί τῶν Ἑλλήνων Ἰλλυριῶν καί ἐξ αἳματος συγγενῶν τῶν ἀρχαίων Βρυγῶν,  τῶν Μακεδόνων καί τῶν Θρακῶν τῆς ἑλληνικῆς Μητρο­πόλεως καί τῆς πρός βορράν ἐπέκτασης τους, μέ τούς ὁποῖους συγκατοικούσαν καί ταυτίζονταν διαχρονικῶς ἢ ἐπεκτείνονταν μαζύ τους στίς χώρες τῆς προϊστορικῆς, πρωτοϊστορικῆς καί ἰστορικῆς ἑλληνοπελασγικῆς διασποράς.

Ἂλλωστε οἱ Ἕλληνες Βλάχοι ὡς Άρειμένιοι  ἑτυμολογούνται ἀπό τήν ἑλληνική ρίζα σαρ- > Fαρ > ἀρ   πού ἑτυμολογεῖ καί τόν σείριο ὡς τό λαμπρότερο τῶν ἂστρων ἀλλά καί άπό τήν ϊδια ρίζα, μέ έναλλαγή ὑγρῶν  λ/ρ  στήν ἑλληνική, πρβλ.  σελ- /σαλ -/ σολ   – πού ἐτυμολογεῖ συγχρόνως καί τόν Βελχανό Δία, τόν ὀποῖο ἐπικαλούνται οἱ Βλάχοι καί ὡς θεό τοῦ φωτός καί τοῦ ηλίου τόν ἲδιο  καί  Ἀπόλλωνα  καί Φοῖίβο­.

Του δόκτορος Κωνσταντίνου Χατζηγιαννάκη