Άττε – Μητέρα

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin

ATTΕ =  Μητέρα ,  

ΑΤΤΑ =  η Μητέρα

 

Στο Ιδίωμα των Αρειμενίων (Βλάχων) η λέξη «Άττε» σημαίνει την «Μητέρα». Ας δούμε τι αναφέρει το «Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης του Ιωάννου Σταματάκου»  (ΛΑΕΓ-ΙΣ) στο λήμμα «ΑΤΤΑ»:

TTA, συνήθης προσφώνησις νεωτέρων πρὸς πρεσβυτέρους· «πα­τέρα μου, μπάρμπα…»· λατ. atta. γοτθ. atta, παλ. γερμ. atto· σανσκρ. Attā (= μανούλα, μεγάλη αδελφή) II πρβλ. καί τὰ τῆς ἀρχ. Ἑλλ. ἄππα, ἄπφα, πάππα, τάτα, τέττα [τᾰ]. (ΛΑΕΓ-ΙΣ)

Ώστε είναι προφανές ότι αφού η λέξη αυτή είναι κοινή στις αναφερόμενες γλώσσες, δεν μπορεί παρά να κατάγεται από μία εξ όλων αυτών. Και η μήτρα που την γέννησε, δεν μπορεί να είναι άλλη από την πανάρχαια Ελληνική γλώσσα, από την οποία την δανείστηκαν όλα τα γλωσσικά ιδιώματα, δηλαδή οι αποκαλούμενες ευρωπαϊκές γλώσσες. Η Ελληνική εξελίχθηκε από,

Τάττε Τάτετ Πάτερ, όλες δε οι σημερινές προσφωνήσεις του Πατέρα, της Μητέρας, της Θείας, του Θείου, του Παππού κ.λπ. προέρχονται από τις παραπάνω λέξεις: «άττα, πάππα, τάτα, τέττα» ενώ οι Ευρωπαϊκές, Γλώσσες ακολούθησαν την εξέλιξη της λέξης «ΑΤΤΑ», όπως στην Ελληνική γλώσσα, ενώ στο Γλωσσικό Ιδίωμα των Αρειμενίων είναι ακόμα ζωντανές οι λέξεις: «Άττα, Τέττα» «Τάττε».

Και εδώ η επιβεβαίωση από Γερμανικό Λεξικό, ότι η σημερινή Γερμανική λέξη «Vater» (αλλά και η Λατινική) προέρχεται από την εξελιγμένη Ελληνική λέξη: «Pater-Πάτερ»:

 

Germ.

Va-ter <m.u.1> Erzeugner eines kintes, Familienoberhaupt ………… ← mhd. Vater ← ahd Fater, ← got. Fadar, ← Lat., griech. Pater.

(Wahrig Deutsches Wörterbuch MIT EINEM “LEXIKON DER DEUTSCHE SPRACHLEHRE“ GERHARD WAHRIG),

μετ.) Ελλην.:

Vater Πατέρας-Πατήρ, <m.u.1> αυτός πού γέννησε ένα παιδί, αρχηγός οικογένειας… ← μεσ. υψ. Γερμ. Vater – φάτερ, ← παλ. υψ. Γερ, Fater – φάτερ, ← γοτθ. Fadar Φανταρ, ← Λατ., Ελλ. PaterΠατήρ. * * *

Και εδώ άλλη αποκάλυψη από το βιβλίο «Heiligen RUNEN Zauberzeichen des Nordens HEYNE», ένα βιβλίο για την αρχαία γλώσσα των Κελτικών φύλλων, που είναι πιο αποκαλυπτικό και αναφέρει ότι η λέξη «Vater» προέρχεται από την λέξη παιδικής λαλιάς «atta-άττα», κάτι που δεν έχει εξακριβωθεί.

Εδώ, από το βιβλίο «Heiligen RUNEN Zauberzeichen des Nordens HEYNE», σελ. 192. [….]

Das Urwort zum Runennamen ist nicht sicher geklärt, möglicherweise gehört es zum indogermanischen atta, *ätos, das *ist Vater, einem *Lallwort der Kindersprache, althochdeutsch atto = Vater. [….])

Μετάφραση στὴν Ελληνική:

Το αρχαϊκό όνομα «Fater-Φάτερ» στα RunennamenΡΟΥΝΕΝ ΟΝΟΜΑΤΑ (ΡΟΥΝΕΝ: ΡΟΥΝΙΚΉ γραφή των Δρυΐδων) δεν έχει εξακριβωθεί. Πιθανώς ανήκει στο Ινδογερμανικό attaάττα, ätosάτο-ς· das *ist Vater = αυτός *είναι φάτερ/πατήρ, μια λέξη νηπιακής λαλιάς, παιδικό λάλημα, παιδική γλώσσα, από την παλαιά Γερμανική γλώσσα atto = Vater = Bάτερ/πάτερ [….]).

Και όμως αυτή ή τόσο παλαιά λέξη της Αρχαϊκής Ελληνικής Γλώσσας, «ΑΤΤΑ», ποιος ξέρει πόσες χιλιετίες είναι ζωντανή στο Ιδίωμα των Αρειμενίων Ελλήνων, το οποίο, δυστυχώς, οι «ειδικοί» των γραμμάτων, χωρίς ντροπή, αναφέρουν ως «λατινογενές», ότι δηλ. οι Αρειμένιοι (Βλάχοι), μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους και επί Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας «λατινοφώνησαν».

Στο Ιδίωμα των Αρειμενίων (Βλάχων) οι λέξεις:

Άττα = η μητέρα,

Άττε αλλά και Άττο = μητέρα,

Τάττε = πάτερ, πατέρας

Τάττι = ο Πατέρας

και Τέττα = η θεία∙ στην πορεία της εξέλιξης της Ελληνικής γλώσσας διαβάστηκε από «τέτταα τταέα = η θεία», όπως το αρχαϊκό όνομα της Αθηνάς, που ήταν «ΑΤΑΝΑ» και έγινε «Αθηνά», δηλαδή το –τ– έγινε στην πορεία –θ– (πρβλ. «τρέφω-θρέφω», «τηρώ-θωρώ», «τρίμματα-θρύμματα», «τρίβω-θρύβω» κ.λπ.).

 

Επίσης από το Γερμανικό Λεξικό αναφέρω και την λέξη «Μuter = Μητέρα»:

 

Mut-ter I (f. 8 u.) 1 Frau die Kinder geboren hat; Die Frau im Verhältnis zu ihren Kindern. 2 Mutter Erde (poet.),[…..] [<ahd. Muoter, engl. Mother <germ. *moder < idg. *mater-; zu dem Lallwort der Kindersprache *ma-; Verwandt mit Muhma.

(Wahrig Deutsches Wörterbuch-MIT EINEM „LEXIKON DER DEZTSCHEN SPRACHLEHRE” GERHARD WAHRIG)

 

μετ. στην Ελλην.:

Μητέρα I (f. 8 u.) 1 γυναίκα που γέννησε παιδιά∙ h γυναίκα σε σχέση με τα παιδιά της, 2 Μητέρα Γαία (ποιητ.), [….], [<-παλ.υψ.γερ. Μουότερ, αγγλ. Μοδερ, ← γερμ. *Μόντερ ← ινδγ. *Ματερ-; από την Παιδική Λαλιά. *Μα-; συγγενές με την λέξη Muhma/Μούμα.

 

Εδώ βλέπουμε ότι το Γερμανικό λεξικό ενώ την λέξη «VaterFater» την ανάγει στην Ελληνική λέξη «πάτερ», την λέξη «Mutter» αναφέρει ότι προέρχεται από την ινδογερμανική «*materMάτερ», και παραβλέπουν ότι στην Ελληνική η λέξη «Μάτερ» είναι η «Δα-μάτερ = Δήμητρα», και η «Μητέρα».

*********************************

Λέξεις με το γράμμα

Αμάρι – θάλασσα

αμάρι  = θάλασσα αμάρα = η θάλασσα     ******* Ας δούμε τι αναφέρουν για την λέξη:  «Αμάρα, Αμάρη »   ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ:   ἀμάραν:

Άμου – Έχω

ΑΜΟΥ      = ΕΧΩ     ΑΒΕΜΟΥ = ΕΧΟΥΜΕ    [ Άβαι: περὶ τὴν Φωκίδα τόπος οὗ μαντεῖον Ἀπόλλωνος Ἀβαίου. Σοφοκλῆς (O.T. 900). – (Ησύχ.) ]